Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Περί βωμολοχίας

   Αισθανόμενος, όχι την ανάγκη της εύκολης δικαιολογίας περί ελευθερίας του λόγου ή περί του δικαιώματος της συγγραφικής αδείας, αλλά αυτής καθ’ εαυτής της ομολογίας της αιτίας εκείνης η οποία με υποχρεώνει στην χρήση της συγκεκριμένης φρασεολογίας, λέγω, πως η συνειδητή επιλογή αυτών των λέξεων-εκφράσεων (στο μυθιστόρημα αλλά και στα άρθρα τα οποία αναρτώ) επιβάλλεται από πάρα πολλούς λόγους.
   Στην βαθιά ουσία του κάθε πράγματος, τίποτα δεν είναι αναντικατάστατο πολλώ δε, όταν μιλούμε για εκφράσεις που καλούνται να ειπωθούν σε μία τόσο πλούσια γλώσσα όσο η δική μας, όμως, όταν η ψυχολογία (του συγγραφέα ή του ήρωα) αναλαμβάνει τον ρόλο τον πρωτεύοντα, διατάσσει.
   Όταν αναφερόμεθα σε μυθιστορηματική γραφή τότε ο συγγραφέας γίνεται ο ήρωας ή η ηρωίδα του. Γίνεται ο ηθοποιός του χαρακτήρα που επιλέγει ή που του επιβάλλεται(πάρα πολλές φορές), από την ροή της ιστορίας που ξεδιπλώνει και καλείται να σταθεί πιστός αν θέλει να έχει την πιθανότητα μιας επιτυχημένης προσπάθειας, στην σκέψη την καλή ή την λιγότερο καλή του
ήρωα ή του αντιήρωα και συνεπώς στον ψυχισμό και στις εκφράσεις του που δεν θα μπορούσαν να είναι διάφορες αυτού.
   Η ηθική σπουδαιότητα του απόλυτου των λέξεων, περνάει σε δεύτερη μοίρα καθώς όλοι μας είμαστε γνώστες και των καλών και των κακών εκφράσεων και άρα, κανείς μη οπισθόβουλος, δεν ταράσσεται. Δηλώνω μετάνοια όμως και ζητώ την επιείκειά σας, για την αναφορά όλων των λέξεων και ακόμη και των εκφράσεων που εστάθησαν ατυχείς και λέγοντας ‘’ατυχείς’’ εννοώ όλες εκείνες που μου ξέφυγαν και  ‘’έπεσαν κρύες και εκτός’’ του χαρακτήρα των πρωταγωνιστών και της δεδομένης στιγμής του εξελισσόμενου ‘’δράματος’’ ή της –δεδομένης κάποιες φορές- φόρτισης του υπογράφοντος κατά την συγγραφήν κάποιου άρθρου. (Μην λησμονείτε πως το μυθιστόρημα γράφεται σε παρόντα χρόνο.)
Παραθέτω παράδειγμα, το οποίον εστάθη και η αφορμή του παρόντος κειμένου: Όσοι διαβάσατε το προ ολίγων ημερών άρθρο μου που αναρτήθηκε στο EN-GR. com, με τίτλο ‘’Τα αρχαία και η Ρεπούση’’ θα αντιληφθήκατε την σκληρότητα της γραφής από πρώτες κιόλας προτάσεις. Υπενθυμίζω την επίμαχη πρόταση. ‘’Γεμίσαμε το κεφάλι μας με σκατά και κομπάζουμε περι του αληθούς νοήματος της ζωής’’ Η πρόταση θα μπορούσε να είχε διατυπωθεί ως ακολούθως: Γεμίσαμε το μυαλό μας με ένα σωρό άσχετα, άχρηστα, επουσιώδη, εμβόλιμα, παρωχημένα, βρομερά, χαζά, ηλίθια, πράγματα και κομπάζουμε… κτλ κτλ. (επιλέξετε μία λέξη απ’ όλες). Στην περίπτωση αυτή, δεν θα χρειαζόταν καμία αναφορά και καμία συγνώμη για τον τρόπο γραφής ή την επιλογή της συγκεκριμένης λέξης(σκατά), όμως… ΟΜΩΣ, δεν θα εξέφραζε την οργή και την λύπη μου στο ακέραιο, για το συγκεκριμένο θέμα. Θα έμενα με το απωθημένο της μη ειλικρινούς έκφρασης και αυτό θα μου κόστιζε. Ετούτη είναι η μεγάλη διαφορά για εμένα…
   Πιστεύω όμως, πως οι περισσότεροι θα συμφωνείτε πως αφ’ ής στιγμής εξωραΐζουμε τις εκφράσεις ‘’αλλωτεύουμε’’ και το προσδόκιμον του νοήματος, αλλά και τον χαρακτήρα του ήρωα.
   Ο αντίλογος σαφώς και υπάρχει: Ένας σωστός συγγραφέας, επιλέγει εκείνα που θέλει, άρτια χειριζόμενος την Ελληνική και ομολογεί εκείνα που θεωρεί πως πρέπει να ονομάσει, με τρόπο κόσμιο. Δεν αντιλέγω, ασφαλώς και μπορεί. Όμως, καθώς οι εποχές μας αλλάζουν και η εμφανής λογοκρυψία των περασμένων ετών παύει να υπάρχει, η ουσία οφείλει να απολαμβάνει της αυθορμησίας και να τέμνει κάθετα την αλήθεια και αλήθεια είναι η αλήθεια του κάθε υπογράφοντα, του κάθε ήρωα και της εκάστοτε ‘’πράξης’’. Μία εκδιδόμενη γυναίκα στο σινάφι της δεν λέγεται πόρνη, ούτε κοινή, ούτε ιέρεια του έρωτα, ούτε ακόμη και Λαϊδα. Λέγεται πουτάνα ή παστρικιά και έτσι ακριβώς θα πρέπει να ονομάζεται στον χώρο της μέσα, από τους ανθρώπους του σιναφιού της. Κάθε άλλη λέξη θα ήταν ατυχής και ''λίγο παραδίπλα''. Όταν ο ήρωας εκτρέπεται, μια και είναι ένας από εμάς τους ίδιους, θα θυμώσει ομοίως με εμάς και θα βρίσει το ίδιο άσχημα καταθέτοντας ψυχή, γιατί κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ο εαυτός μας ο ανάποδος, ο κακός, ο αδικημένος και εκείνος που εμείς δεν θέλουμε να φανερώσουμε. Ας αφήσουμε λοιπόν τον πρωταγωνιστή να σηκώσει το βάρος το δικό μας και να μας δείξει εκείνο που, όχι δεν μπορούμε, αλλά εκείνο που δεν θέλουμε να δούμε μόνοι μας, δημοσία ή ακόμη και να φανερώσουμε επωνύμως στους άλλους. Και όλο αυτό γίνεται προς υμάς εκ του ασφαλούς, διότι ο εκάστοτε υπογράφων αναλαμβάνει εξ’ ολοκλήρου και την ευθύνη και χρεώνεται ή πιστώνεται αναλόγως…
   Οι περισσότεροι θα έχετε καταλάβει πως εμμέσως αποζητώ αποδοχή και βολικό οφθαλμό, για όλα όσα σας ξενίζουν στο άρθρο μου η ''μεγάλη παρτούζα'' αλλά και στο έργο μου ‘’Ο άντρας μου η φίλη του και εγώ’’ και αναφέρομαι σε αυτά, διότι είναι εντελώς διαφορετικό να αναγιγνώσκει κάποιος από τις σελίδες ενός επιλεγμένου από αυτόν βιβλίου εκείνα τα οποία συμφωνεί ή διαφωνεί και αλλιώτικο εάν αυτά τα ίδια αναφέρονται κοινώς τοις πάσι.


   Υ.Γ.  Για εκείνους που ενδιαφέρονται, η λέξη ‘’βωμολόχος’’ είναι σύνθετος και προέρχεται από το λήμμα ‘’βωμός’’ + το ρήμα ελλοχεύω= παραμονεύω.
Κατά την αρχαιότητα, στα θυσιαστήρια, περίμεναν οι φτωχοί το τέλος θυσιών ώστε να πάρουν το κρέας από τα υπόλοιπα των σφαχτών τα οποία και τους εμοίραζαν οι ιερείς. Οι φτωχοί όμως ήταν τόσοι πολλοί που το κρέας δεν έφτανε για όλους. Εκείνοι οι οποίοι δεν πρόφταιναν να πάρουν ‘κοσμούσαν’ με κάθε είδους βρισιά εκείνους που προλάβαιναν. Οι ευγενείς γελούσαν και απολάμβαναν της ευρηματικότητας των ‘’επιθέτων’’. Ο καλύτερος στις βρισιές ήταν ονομαστός και πολύ αγαπητός από τους Αθηναίους, Δανάκης ο οποίος εθεωρείτο δάσκαλος στο είδος του.
(Πληρ. Τάκης Νατσούλης. Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις)