Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Μια αληθινή ιστορία...

Η Ισμήνη ήταν πριν τα τριάντα. Προερχόταν από ένα δεσμό που κατέληξε σε κάποιο δρόμο απροστάτευτος με τραύματα μεγάλων παρεξηγήσεων, ματωμένος παρατημένος σχεδόν γεμάτος απαξίωση. Το μοιραίο ήταν αναμενόμενο και επήλθε καμαρωτό χλευάζοντας και όνειρα και υποσχέσεις και όρκους και τον χαμένο τον χρόνο. Ιδίως αυτόν, αν και εδώ έκανε λάθος. Γιατί ο χρόνος αυτός στη ουσία δεν χάθηκε, δίδαξε. Τέλος πάντων.
      Πέρασαν μερικοί μήνες και το μυαλό της Ισμήνης έμεινε ακούνητο εκεί σαν αγκυλωμένο να μην μπορεί να πιστέψει όλα εκείνα που είχαν συμβεί. Αναμασούσε συνεχώς και γευόταν την πίκρα σαν να ήταν το μόνο συστατικό επιβίωσης απολαμβάνοντας με ένα σαθρό τρόπο το αποτέλεσμα των ενεργειών εκείνων που μετείχε μεν, αλλά που δεν ήταν ολότελα υπεύθυνη. Αδυνατούσε να ξεπεράσει το προφανές όσο και αν το ήθελε και βεβαίως το ήθελε, γιατί δήλωνε διαθέσιμη στους πάντες -εκτός από τον εαυτό της-. Ντυνόταν με τον τρόπο που πίστευε πως αρμόζει και γελούσε με ακριβώς το ίδιο σκέρτσο που κάνουν όλοι εκείνοι που δεν πιστεύουν στην πράξη τους. Φώναζε δυνατά πως είναι εδώ όπου και αν πήγαινε, με το στόμα ανοιχτό και το μυαλό κλειστό, γιατί η ψυχή της παρέμενε δέσμια
και των αναμνήσεων αλλά και της βαθύτερης άρνησής της για ουσιώδεις συνέχειες. Τραγούδαγε τραγούδια του έρωτα, εξακολουθούσε να πληγώνεται και να θεωρεί σφάλμα τον χωρισμό της.
        -Θα τα άντεχα όλα, ακόμα και τα άδικα...
     Αυτό το έλεγε μονάχη της τα βράδια που ο ύπνος της έδειχνε -πεισμωμένος- άρνηση και το ξημέρωμα αρνιόταν όλα τα χθεσινά και στον εαυτό της αλλά και στις φιλενάδες της από τον φόβο της κοροϊδίας, του εμπαιγμού και των συνεχών παραινέσεων, λες και εκείνες δεν είχαν νιώσει ποτέ παρόμοια.  
        Μόνη εξακολουθούσε να συμβιβάζεται με το γεγονός πως τίποτα πλέον από εκείνα τα καλά δεν ήταν δυνατόν να της συμβεί. Χάζευε τις βιτρίνες των ρούχων με σαφή ψυχολογική υστέρηση. Ζούσε τις υπόλοιπες ώρες της γνωρίζοντας εκ των προτέρων το άσχημο αποτέλεσμα και της σημερινής ημέρας.
       -Να το πάρω αυτό, να το βάλω με ποιόν. Σε ποιόν να το δείξω που να αξίζει να το δει;
       Και έφευγε δηλώνοντας σε όλους τους γνωστούς της πως δεν νοιάζεται πλέον. Πως ο έρωτας αν δεν είναι μία και μόνη αηδία, θα μπορούσε στο βάθος του να είναι και λίγο καλός. Ίσως για τις τυχερές, για εκείνες που ακόμα βρισκόταν στο στάδιο της χαράς, αγνοώντας πως στο βάθος του κήπου ελλοχεύει το κλάμα.
       Αλήθεια σας λέω. Η κοπέλα απαξίωνε μέσα από τον έρωτα ολάκερο το νόημα της ζωής.
      Πέρασαν κι άλλοι μήνες. Να ξέρετε πως οι μήνες περνάνε γρηγορότερα αν τους κοιτάξει κανείς προς τα πίσω ή αν αναφέρονται σε άλλους. Ανακάθισε τρομαγμένη. Τόσος καιρός! Η μορφή του ανθρώπου που την συντρόφευε είχε θολώσει λιγάκι. Καλό αυτό ή κακό; Το αφήνεις το χέρι αν δεν έχεις άλλο πιασμένο; Κι αν με το ένα χέρι είσαι αλλού, πως να δεις στα μάτια τον επόμενο με τις καλύτερες των διαθέσεων; Πώς;
       Το χειρότερο που θα μπορούσε να της συμβεί θα ήταν μία ξεπέτα με τον ''παλιό''. Τρέμω στη ιδέα εκείνου του ενδεχόμενου που θα προσπαθούσε να ζεστάνει και πάλι ένα ήδη ξινισμένο φαγητό.
       Είμαι βέβαιος όμως, πως το φλέρτ με την ιδέα είχε ήδη γίνει.
        -Όχι.
       Έτσι θα δήλωνε αν την ρωτούσα και θα ήταν απόλυτη. Εγώ όμως ήξερα πως  θα ήταν σαν ένα παγκάκι -βρε παιδί μου- στο μέσον μίας πορείας που ήταν από φύση της πολύ μακριά. Δεν θα ήταν δα το ποθητό μοιραίο και η συντέλεια του κόσμου...
        Θα ήταν μια απιστία στην μοναξιά. Γιατί στην μοναξιά, της πρέπει η απάτη!
       Γιατί η μοναξιά, σου γίνεται φίλος. Σου κρατάει συντροφιά με ένα ποτήρι κρασί. Σου συμπάσχει και σου κάνει παρέα μέχρι να σε στεγνώσει τόσο απόλυτα, που δεν μπορείς να την αποτινάξεις από επάνω σου. Ναι λοιπόν θα ήταν μια απιστία στην διαβόλισσα που γίνεται το δεύτερο δέρμα σου, το επόμενο όνομά σου αν δεν είσαι προσεκτική. Τόσο απαιτητική είναι. Τέτοια φίλη. Σου δίνει χαρές πίσω από την πλάτη σου μα σου κρύβει τον καθρέφτη και να ξέρεις πως ένα δωμάτιο ματαιόδοξο χωρίς καθρέφτη είναι ο θάνατος ο ίδιος. Προσοχή λοιπόν στις παρέες σου. Και ο πρώην δεν ήταν η λύση.
       -Μα επανέρχεσαι βρε Ισμήνη και με ρωτάς τι χαρές σου δίνει η μοναξιά; Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνεις πώς η θλίψη περιέχει ηδονή; Μπορεί να μην ξέρεις πως η ολοσχερής παράδοση εγκυμονεί μέχρι και οργασμούς; Αγνοείς πως η αυτολύπηση  ταπεινώνει και προσφέρει απλόχερα άλλοθι για κάθε αυτομομφή; Όλα τούτα λοιπόν επιμένω πως μοιάζουν με το μαύρο γατί που βυζαίνει την λίμα και πιστεύει πως το αίμα που πίνει είναι του σίδερου και αναγαλλιάζει αναπαυμένο στην ομιχλώδη συνειδητή του ευαρέσκεια.
       -Τι διάολο χάθηκαν οι άντρες; Απάντησε η Ισμήνη κάνοντας μια κίνηση γεμάτη εκνευρισμό. Που στα τσακίδια έχουνε πάει όλοι όταν τους χρειαζόμαστε;
       -Πάει χάλασε το είδος! Συνέχισε. Ξενέρωσαν όλοι τους και έγιναν κολοκύθια βραστά που κοιτάνε τα εύκολα αφήνοντας όλα τα άλλα για τους άλλους. Για τους ποιους άλλους; Δεν υπάρχουν άλλοι πλέον. Μας τελείωσαν και γεμίσαμε όλο μαγκιές, μούτρα και ύφος πολλά υποσχόμενο αλλά τίποτα πράττον. Αυτά θέλει η γυναίκα; Την μούρη και την ομορφιά; Για το περιτύλιγμα ζει; Πιστεύω πως όχι, πως τελικά ενδίδει κατόπιν αναγκασμού. Επιλέγει το μη χείρον, αλλά εξακολουθεί να ψάχνει. Και σάμπως τι άλλο μπορεί να κάνει; Η οικονομική κρίση κουτσούρεψε πολλούς. Σκατά στα μούτρα τους. Καβάλησαν το άλλοθι και τρέχουν. Τέτοιοι ήταν πάντα όλοι τους. Λαμόγια του έρωτα. Πάει το αρσενικό. Εκείνο το ντόμπρο λέω αν με ''πιάνεις''. Εκείνο που μας πλησίαζε και μας έλεγε:
       -Είναι κακό που μου αρέσεις;
       Που μας άφηνε το τηλέφωνό του χωρίς εξυπνάδες του τύπου ''ξέρεις με πόσες έχω πάει εγώ;'' μας καλούσε για φαγητό και έφευγε χαμογελώντας χωρίς να ζητήσει συγνώμη γιατί ήξερε τι προσέφερε. Στο διάολο, συγχύζομαι και μόνο που τα σκέφτομαι. Κρίση και αηδίες. Να ρίξουνε ''ένα'' θέλουνε να ξεχαρμανιάσουνε και δρόμο. Φοβούνται ρε. Μη πιστεύετε τίποτα άλλο. Τρέμουν την τόση δα δέσμευση. Και γινήκαν και σπάγγοι. Όχι δεν φταίει η έλλειψη χρημάτων, η ιδέα φταίει. Αυτός που θέλει και με λίγα τον έχει τον τρόπο του. Φταίει βεβαίως που έχω και μία σκατένια διάθεση και τα βλέπω όλα μαύρα. Θεέ μου τι είναι τούτο και πάλι;
       
        Η Ισμήνη πέρα από όλα αυτά βγήκε μια από τις προηγούμενες μέρες. Τσακωνόταν με τον εαυτό της πως ήταν καλά. Εκείνος μπορεί να της αρνιόταν, μα εκείνη επέμενε και στο τέλος κατάφερε το στόμα της να χαμογελάσει και να τα στείλει όλα στον διάολο.
        -Μαρτίνι με μία ελιά. Και κρύο νερό ε...;
       Ο νεαρός από απέναντι δεν ήταν καθόλου νεαρός με την μεστή έννοια του όρου. Τα είχε τα τριάντα πέντε και ήταν και αξύριστος. Ο τρόπος του όμως ήταν αλλιώτικος. Γελούσε αλλά δεν ήταν χάχας, άπλωνε τα χέρια του από ενθουσιασμό στους φίλους του καθώς τους ιστορούσε το δίχως άλλο κάτι με μεγάλο ενδιαφέρον. Το ριγέ του πουκάμισο ήταν ανοιχτό δύο κουμπιά μόνο και τα μανίκια δυο βόλτες σηκωτά. Από μέσα του έτρεχε μία ευγενική αλητεία. Όχι δεν ήταν το μαύρο κορακίσιο μακρύ του μαλλί, ούτε το πλούσιο βλέμμα του που την έπνιγε, ούτε κι ακόμα το λινάρι του παντελονιού του που τσαλάκωνε πολύ. Μα την Παναγία το έκανε. Το βλέμμα του εννοώ. Την έπνιγε Παναγιά μου. Αλλά έξω από αυτό, ήταν εκείνο το κάτι το απροσδιόριστο που την κρατούσε μαγκωμένη με το ποτήρι στα χείλια.
      Το χέρι του την έδειξε σχεδόν αδιάντροπα.
    Αναρωτήθηκε αν τον γνωρίζει από κάπου... Ξαφνικά ήθελε να είναι όμορφη. Μέσα σε ένα δεύτερο του λεπτού, θα έδινε τα πάντα να γίνει ακόμα πιο όμορφη για κάποιον που δεν γνώριζε. Όλα της τα λεφτά θα τα έδινε που να πάρει... Να το πουλί στο στομάχι που φτεροκοπά. Να το πανάθεμά το που είναι ζωντανό και τόσο καιρό το θαρρούσε φευγάτο η ψόφιο. Πόσο λίγο θέλει ο άνθρωπος; Πόσο λίγο; Μια ματιά; και πως είναι δυνατόν να μην το γνωρίζει; Τόσο καλά καλά κάνει την δουλειά της η μοναξιά; Τέτοια φίλη είναι; Και η παραίτηση; Τι ρόλο παίζει κι αυτή. Ρουφιάνα θα είναι μα τον άγιο και του λόγου της!
       -Σε είδα και μ' άρεσες. Αύριο αν είσαι εδώ τέτοια ώρα σε κερνάω ποτό.
     Ούτε κάρτα ούτε τηλέφωνο ούτε τίποτα. Μοναχά προσμονή, χαμόγελο κι ευτυχία, έτσι στο ξεκούδουνο. Τι σου είναι η ζωή... Κι έπειτα λένε πως δεν είναι ωραία...
        Του είπε πως θα το σκεφτόταν. Η αλήθεια ήταν πως ήταν πολυάσχολη. Πως έπρεπε να δει την ατζέντα της, να ελέγξει πριν υποσχεθεί, γιατί θα ήθελε -λέει- να είναι εντάξει απέναντί του. Του τα είπε όλα αυτά χαρτί και καλαμάρι, την ώρα που εκείνος την κοιτούσε στα μάτια ορθός και που πολύ της άρεσε. Φαινόταν να κατέχει τους κώδικες. Ο ξένος ντε...
         Αν δεν παλέψεις και λίγο δεν ευχαριστιέσαι το φαγητό έτσι δεν είναι...;

        Στην Ισμήνη που πραγματικά υπάρχει...