Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Μια νέα ιδέα...

Η εννιάχρονη Πόρσι έμοιαζε περισσότερο με καρικατούρα του μικρού εαυτού της. Στεκόταν άβουλη, βουβή, μαζεμένη, με όλα της τα προτερήματα συρρικνωμένα, μπροστά στον ξένο κύριο με τα χέρια δεμένα σαν να προσευχόταν στην ποδιά του φθαρμένου μονόχρωμου φουστανιού της. Το βλέμμα της το είχε ξεχασμένο στον σκουπιδότοπο που υπήρχε στην αριστερή μεριά του δρόμου ακριβώς πάνω στα τσαλακωμένα κουτιά της μπύρας bud που γέμιζαν τα κενά του σωρού της ατελείωτης μαύρης σακούλας με τα αποφάγια του εστιατορίου Foxy, που από μπροστά ήταν πολυτελές και από πίσω για λύπηση, βρομερό, όπως πολλά πράγματα στις ζωές των ανθρώπων.
           Η νύχτα εκείνη είχε καταπιωμένα τ' αστέρια της λες και το έκανε επίτηδες κάνοντας τακίμι με όλα τα κρυφά του κόσμου. Από τον ξένο ξέφευγε το βλέμμα της μικρής καθώς τα βλέφαρά της σκοτείνιαζαν την σπιρτάδα του. Ξεγελιόταν από τα μικρά καλαμένια πόδια της που στα γόνατα ήταν μαυρισμένα, κτυπημένα και φουσκωτά.
Την είχε κυνηγήσει και την είχε φτάσει με ένα τρέξιμο που θύμιζε αθλητή. Σε αυτό το σημείο η Πόρσια είχε κάνει λάθος. Την είχε ξεγελάσει το καλοστημένο ντύσιμο και τα ευγενικά του χαρακτηριστικά που έκρυβαν για τα καλά το νεύρο του.
           -Φέρτο μου πίσω. Τον άκουσε...
        Λίγα λόγια κοφτά και το χέρι του προτεταμένο και απαιτητικό. Το χρυσό μπρασελέ του ρολογιού του, πέταξε μια θαμπή σπίθα πλούτου απαντώντας σε κάποιο φως που ήρθε απρόσκλητο ξαφνικά σαν κάποιο γεράκι κι έφυγε προς τα κάπου αμέσως μετά.
           Το χαμόγελο του άντρα παρέμενε πέτρινο, σκαρωμένο στέρεα στο εμπρός μέρος του κρανίου του στο κέντρο όλων των άγνωστων προθέσεών του.
          Το χέρι της μικρής πέρασε πίσω και κάτω από φουστάνι της. Ήξερε να χάνει. Στο τέλος της κίνησής της πρόβαλε το χαμόγελο του άντρα. Πρώτα άνθισε και μετά μαράθηκε μετανιώνοντας φρικτά για την στιγμιαία ανθρωπιά του. Ο ξένος σοβάρεψε.
            Το πορτοφόλι που του είχε αρπάξει η μικρή, βρισκόταν και πάλι στην κατοχή του. Ακέραιο. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να θελήσει να βάλει το χέρι του κάτω από το φόρεμα της Πόρσιας. Κανένας. Η μικρή δεν ήταν ούτε σχηματισμένη, αλλά ούτε και πολύ πονηρεμένη με την ορθή έννοια του όρου. Καταλάβαινε όμως γιατί ήταν μια αλήτισσα μεγαλωμένη με τον νόμο της πιάτσας.
          Ο ξένος το έκανε.
      Την βούτηξε άκομψα αφού πρώτα είχε βολέψει το πορτοφόλι του στην δεξιά τσέπη του καλοραμμένου κοστουμιού του. Τα μάτια του γλύκαναν και η κοψιά του ακολούθησε το ίδιο περίεργο μονοπάτι. Στρογγύλεψε η όψη του.
           Κάποιος αέρας φύσηξε αδιάφορα την ώρα ακριβώς που εκείνος απολάμβανε την ανατολή κάποιας περίεργης χαράς και στέγνωνε την υπόνοια μιας στάλας σάλιου που πρόβαλε λευκή σαν μικροσκοπικό χαλικάκι στην αριστερή άκρη του στόματός του. Μέσα του, ένοιωσε το παιδί σαν καρδερίνα και τον εαυτό του τόσο μεγάλο που είχε το δικαίωμα να διαφεντέψει την μοίρα του έστω και για λίγο. Σάλεψε ο νους του, κάκιωσε θέλοντας πολλά, ίσως για εκδίκηση. Η Πόρσια έπεσε στιγμιαία επάνω του σαν ζαλισμένη. Το πορτοφόλι είχε ήδη αλλάξει και πάλι χέρια με ένα τρόπο μαγικό και ταξίδευε προς την ασφάλεια του σωρού των σκουπιδιών, χωρίς εκείνος να έχει καταλάβει το παραμικρό καθώς ερμήνευσε την κίνησή της σαν αμήχανη αποδοχή και ευκαιρία που δεν έπρεπε να αφήσει να πάει χαμένη μέσα στις βολικές τις σκοτεινιές που συνωμοτούσαν υπέρ του.
         Στο χέρι του κοριτσιού έπαιξε μια περίεργη νότα που άκουσε μόνο εκείνη. Ένα 'κλικ'.
       Η Πόρσι ένοιωσε το παρήγορο ελαφρύ τράνταγμα στην χούφτα της και ηρέμησε. Όλα ήταν καλά. σε λίγο θα τελείωνε. Ένοιωσε σιγουριά και έφερε το ένα της χέρι πίσω στην πλάτη και το χαμόγελό της στα μούτρα του ξένου με σκοπό να τον ξεγελάσει. Το ήξερε το μάθημά της. Το είχε ανασηκώσει το κεφάλι για να τον βλέπει καλύτερα.  Ωραίος ήταν!
         Εκείνος χάρηκε. Θάρρησε αποδοχές.
      Η μικρή Πόρσι  δεν πήρε το χαμόγελο από τα χείλια της, ούτε όταν ο ξένος εξέφρασε την μορφή κάποιου βαθμιαία αυξανόμενου πόνου με μία μεγαλίστικη βρισιά και ένα ξεφυσητό. Κοιτούσε ήρεμη το απαλό και περιποιημένο με πολλά καλλυντικά δέρμα του προσώπου του, ανιχνεύοντας με συγκρατημένη απόλαυση την εντελώς δικαιολογημένη του απορία. Με άπειρη κατανόηση συμμερίστηκε την ανατριχίλα που έκανε τα δόντια του να γυμνώσουν και να αποκαλύψουν το άσπρο τους χρώμα. Ο ξένος είχε μαγκώσει για τα καλά. Άφησε το βουβό γέλιο της ακέραιο κρεμασμένο στο στόμα της να κολυμπά στις πολλές ειρωνικές μορφές ανταπόδοσης της χειρονομίας του. Το στερέωσε ακέραιο στο κέντρο των ίσιων ρυπαρών μαλλιών της.
       Τα μάτια της όμως τα άνοιξε διάπλατα!
    Η λάμψη τους  πολέμησε την νύχτα και και κέρδισε. Έστριψε  το οπλισμένο της χέρι που φάνταζε στις σκιές του παλιόδρομου, κοκαλιάρικο, κάνοντας μεγαλύτερη ζημιά στον μηρό του άγνωστου άντρα, διότι το λεπίδι της σούστας -που κρατούσε κρυμμένο σε μια τσέπη του φουστανιού της καμωμένη ειδικά να το χωράει για κάτι τέτοιες στιγμές-, είχε κάνει μια αρκετά καλή ζημιά στον μηριαίο τρικέφαλο μυ του άντρα, καταστρέφοντας συγχρόνως το υπέροχο γκρίζο του παντελόνι.
         Ένα γατί νιαούρισε και πήδησε μακριά. Κάποιος μεθυσμένος λίγο πιο κει κατουρούσε στο τυφλό τοίχο αφήνοντας το ρυάκι των ούρων του να γλύφει τα φθαρμένα του παπούτσια. Ο τριαντάρης άντρας λυγούσε. Η λάμα έξυνε κόκκαλο. Η Πόρσι κοιτούσε αμέτοχη γύρω της δήθεν αδιάφορη. Η μέρα σήμερα δεν είχε πάει και τόσο καλά, αλλά ούτε και εντελώς χάλια.
          Οι άντρες στην ήττα βρίζουν -το 'ξερε- και μάνες και πατεράδες και Θεούς και δαίμονες, ξορκίζοντας με τον τρόπο αυτόν την αδυναμία τους. Ρίχνουν το φταίξιμο στην μοίρα πεσμένοι στα γόνατα, αποκαμωμένοι, σαν και αυτόν εδώ στη άκρη της Sensvil street λίγο πιο μακριά από τον ακατάδεκτο πολιτισμό της αστικής τάξης. Ο άντρας θα θυμόταν την πίσω όψη του ακριβού εστιατορίου περισσότερο από το πολυτελές εσωτερικό του.
            Μια καλοντυμένη γυναίκα φάνηκε από την γωνία. Το πράσινο περοκέ φόρεμά της ήταν υπέροχο καθώς κυμάτιζε επάνω της όπως προχωρούσε ισορροπώντας πάνω στις πανύψηλες γόβες σαν το νερό. Μετάξι κρεπ σατέν! Η κυρία συνοδός, ήταν λεπτή και μάλλον όμορφη με μακριά γυαλιστερά μαύρα μαλλιά. Από μυαλό της Πόρσιας πέρασε η λέξη ''λουσάτα'' και αναρωτήθηκε από που στην ευχή γνώριζε μια τέτοια λέξη. Τέτοια ώρα.
            -Μπορίς! Μπορίς είσαι καλά;
             Τα μαλλιά της ήτανε μαύρα σαν τα φτερά του κόρακα. Και μακριά πολύ μακριά... Η τσάντα της μικρή κρεμαστή, με χρυσή αλυσιδίτσα και η αγωνία της μεγάλη. Φαινόταν αυτό από την φωνή και την βιάση της. Όταν μεγάλωνε η Πόρσι θα ήθελε να γίνει σαν και αυτήν. Ωραία!
           Η σειρήνα ενός περιπολικού ακούστηκε πίσω από μερικά τετράγωνα. Ο άντρας χάρηκε μα δεν αποκρίθηκε γιατί ο οξύς πόνος σφαλίζει την λαλιά. Η μικρή δεν σάλεψε γιατί ήταν από καιρό μαθημένη κι άφοβη. Περίμενε να καταλαγιάσει η ώρα τα πεπραγμένα της. Το μετάξινο μαύρο της νυχτιάς παρέμενε ακέραιο, πιστό στο σκοτάδι που είχε επιλέξει. Το ασπράδι στα μάτια του άντρα φάνταζε τώρα παρακλητικό γιατί δεν ήξερε τι είχε στο μυαλό του το πουτανάκι που τον είχε μαχαιρώσει.
               Η μικρή κλέφτρα με το μισοκατουρημένο βαμβακερό της βρακί, τον είχε νικήσει. Διάολε...
           Η Πόρσια έφυγε με γρήγορο βήμα. Τον παράτησε τον Μπορίς στην αγκαλιά που ερχόταν κλυδωνιζόμενη πάνω στις ψηλοτάκουνες γόβες. Το πορτοφόλι του άντρα είχε μέσα τριακόσια δολάρια. Στα τριάντα μέτρα το κορίτσι γύρισε προς τα πίσω και τον είδε να την δείχνει γονατισμένος με το χέρι του. Τον κουνούσε τον δείκτη του απειλητικά προς το μέρος της. Το βλέμμα της Πόρσιας ήταν παγερό. Αδιάφορο. Ανασήκωσε τους ώμους της και χάθηκε στο σκοτάδι βιαστική, ανασαίνοντας βαθιά πριν η ωραία συνοδός του τον φτάσει.
             Δεν ήξερε πως μόλις είχε δημιουργήσει τον πρώτο εχθρό στη ζωή της.
             Κανείς από τους δυό τους δεν ήξερε το μέλλον που τους επεφύλασσε η μοίρα... Αν ήξερε και η Πόρσια θα απέφευγε, αλλά και ο Μπορίς Ρισελντό θα προτιμούσε να μην είχε δώσει ποτέ συνέχεια στο συμβάν για τριακόσια κωλογαμημένα δολάρια, μια επιπόλαιη μαχαιριά και έναν εγωισμό.
             Ποτέ...


   Μία νέα ιδέα που μπορεί να σημάνει ένα νέο μυθιστόρημα.